Βρυώδη Μαυσωλεία

Βρυώδη Μαυσωλεία

Πτώματα ζώων σε αποσύνθεση, καφέ πολυτελείας, μια Διαβολογυναίκα Γυμνή και καταστερωμένη, θύελλες στα μάτια των Ανδρών και οι Αθάνατοι με τσίγκινα κουτάκια μπύρας στο χέρι…

 

 

Τα σπλάχνα των Ποιητών είναι το Φρούριο, μ’ όλη την αποθηκευμένη Βία να κουρνιάζει.

Σιλουέτες παρακμιακές, που τίποτα δεν μισούν και τίποτα δεν λατρεύουν.

Κι ένας θάλαμος γεμάτος μωρά, Μπλε-Κόκκινα-Πράσινα-Μαύρα-Κίτρινα.

Μα όλα τα χρώματα από μπογιές πλαστικές.
Το βράδυ οι Γυναίκες τα ’πλεναν πέρα στο Ποτάμι όλες ΜΑΖΙ και ΜΟΝΕΣ.
Και τ’ άλλο πρωί οι Υπεύθυνοι τα ξανάβαφαν.
Κι ο εφιάλτης δεν θα ’χε ποτέ ΤΕΛΟΣ!
Οι εμμονές είναι στη φορά των πτηνών…

Είναι ο Άνθρωπος που έγινε «Ανιστορικός» ή οι κατηγορίες που παρήγαγε για να περιγράψει το ΕΓΩ του;

Τι σημασία έχει!
Η Γη, όπως και να ’χε, θα καταχτιόταν…

 

 

 

Η ποιητική σύνθεση «Βρυώδη Μαυσωλεία» εμπνέεται από τα εικαστικά ημερολόγια του Αλέξανδρου Τσαντίδη, και ενώ ο ίδιος παραθέτει τις προσωπικές του ανησυχίες και οχλήσεις, με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος στην καθημερινότητα, η Ευαγγελία Τυμπλαλέξη προβαίνει σε αναγωγή του ατομικού προβληματισμού σε εγγενές χαρακτηριστικό του Ανθρώπου.

Το έργο πραγματεύεται τις μορφές της εξουσίας, όπως τις ασκεί το ενσυνείδητο του Ανθρώπου διαμορφωμένο από το οικογενειακό-κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα να κατασιγάζει τις πολλαπλές πτυχές της ανθρώπινης υπόστασης, που κρύβονται στο υποσυνείδητο-ασυνείδητο.

Ο Ντέηβιντ Ρήσμαν καταλήγει σε πραγματεία του πως πρόκειται για μία και μοναδική συνισταμένη, η οποία αντικατοπτρίζεται σε τρεις συγκλίνουσες-αποκλίνουσες κοινωνικές εκδοχές:

• Πρώτον η κοινωνία με υψηλό αυξητικό δυναμικό. Είναι οι  παραδοσιοστρεφείς, των οποίων η ευθυγράμμιση με τις κοινωνικές επιταγές ερείδεται στην εκούσια ροπή τους προς  την παράδοση.

• Δεύτερον η κοινωνία της μεταβατικής πληθυσμιακής αύξησης. Είναι οι ενδοστρεφείς και τα τυπικά μέλη αυτής της  συνομάδωσης εναγκαλίζονται μία τάση εσωτερίκευσης ενός  συνόλου στόχων.

• Τρίτον η κοινωνία της αρχόμενης πληθυσμιακής μείωσης.  Ο αντιπροσωπευτικός μοχλός της εκκινεί στην ευαίσθητη  βάση των μελών να εγκολπώνονται  προσδοκίες-προτιμήσεις άλλων.

 

Ο Max Weber απ’ την πλευρά του προβαίνει στον εξής τρίπτυχο διαχωρισμό καθορισμού κοινωνικού πλαισίου με γνώμονα τη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων σαν υφιστάμενες στη Δύναμη, ως υπερπήδηση κάθε εμποδίου, στην Κυριαρχία, ως ευρεία επιβολή, στην Πειθαρχία, ως εκπαίδευση.

Συνακόλουθα απορρέουν τρεις τύποι κοινωνικών υποδιαιρέσεων:

• Η «Παραδοσιακή Κυριαρχία», η οποία αναπαύεται στο αδιαπραγμάτευτο των παραδεδεγμένων ηθών-εθίμων-τρόπων ως δοκιμασμένες συνήθειες.

• Η «Νομική-Ορθολογική Κυριαρχία», της οποίας υποβαστάζει τη φαρέτρα η γραφειοκρατική θεμελίωση διατάξεων προς επιτήρηση-έλεγχο, γνώρισμα των σύγχρονων πλεγμάτων εξουσιαστικού μηχανισμού.

• Η «Χαρισματική Κυριαρχία», της οποίας η άσκηση θα πυροδοτηθεί από ασυνήθιστη ποιότητα μίας φιγούρας που θα αντανακλά την ηγετική του ικανότητα ως κρηπίδα έλξης πιστών.

Απ’ όποια οπτική γωνία και να κοιτάξουμε η κάθε θεωρία αντλεί τις εφεδρείες της από συγκεκριμένο θησαυροφυλάκιο, το οποίο εστιάζει στην αποδοχή είτε της προσωπικότητας είτε της αγκύρωσης σε άρμα απτό, ώστε η επίτευξη της πρόσδεσης των πολλών να έχει τις λιγότερες δυνητικά απώλειες και κατ’  επέκταση η επικυριαρχία να τελεστεί υπέρ το δέον.

Όλοι οι ιδεατοί τύποι κοινωνίας διά μέσου δημογραφικών δεδομένων-συμπλεγμάτων τεχνολογίας και νομικών θεσπίσεων δεν απολήγουν παρά στην πρόσδεση στο άρμα, ανεξάρτητα απ’ τις εξωγενείς διαφοροποιήσεις πληθυσμιακής ανάπτυξης ή μορφωτικής αντανάκλασης.

Τι γίνεται όμως όταν οι καταχωνιασμένες μάσκες αναδύονται αυθαίρετα;;

Το ποιητικό εγχείρημα εδράζεται στη διφυή υπόσταση του Ανθρώπου, Άνδρας και Γυναίκα, οι οποίοι συνδιαλέγονται εφ’ όλης της ύλης…

 

 

 

  • Μουσική: Brian Eno – Kazakhstan

  • Απαγγέλλουν:  Ευαγγελία Τυμπλαλέξη & Αλέξανδρος Τσαντίδης

  • Ηχογράφηση & Μουσική επένδυση: Ζακ

  • Σκηνοθεσία & Κάμερα: Στεπάν Γιακουπιάν

 

 

* Το γυροσκόπιο αντίληψης της Ευαγγελίας Τυμπλαλέξη οδυνάται για τα κακώς κείμενα στον Πλανήτη. Νιώθει να πάλλεται σε χώρο μαγνητικά απομονωμένο και η πυξίδα έχει χαθεί.