Γαλάξια - Μέρος IX

Γαλάξια – Μέρος IX

Θέλω τον Χρόνο σου
Για 150 ευρώ
Αξιώνω τον Χρόνο σου
Για 150 ευρώ
Μια φορά κι έναν καιρό ο Άττις
Κλέβω τον Χρόνο σου
Για 150 ευρώ
Υφαρπάζω τον Χρόνο σου
Για 150 ευρώ
Η Άγδιστις η Ερμαφρόδιτη

 

(Της Φρίκης το ανατρίχιασμα )

 

Κάλλιο τα χύσια να ‘ριχνες σε σκονισμένο ράφι
Παρά σε χώμα γόνιμο, οπού η φύτρα μου εθεάθη

Πίσω από μια Φιγούρα λεπτοφυούς Καπνού
Κρυπτονομίσματα οι Τσέτες εξορύσσουν
Συναθροισμένοι θεατές δίχως ζωή τη βρίσκουν
Φύγαν απ’ του Παππά την αγιαστούρα
Μετά πήγαν στη στρούγκα ενός «Πνευματικού»
Κι εν τέλει εγκλωβίστηκαν σ’ ενός Psy το μπλοκάκι
Γατζώνουν απ’ τα κάγκελα το άδειο σώμα τους
Μεγάφωνα, Κραυγές, Γκλομπς, σε Άμμο ψημένη
Ακόμη και στο ζενίθ να υπενθυμίσουν
Πως κι η Ψυχή
Ακόμη κι αυτή
Κρατική είναι

Να ξεριζώσω αυτόν τον πούτσο π’ αναστατώνει
Τα καμουφλαρισμένα κι απροκάλυπτα
Ύστερα φοράει ενδυμασία παραδοσιακή
Κλίνει την κεφαλή επ’ αριστερά το πρωί
Επί δεξιά το βράδυ
Ύστερα φωλιάζει το Μίσος στα τσακίσματα
Τον Άττη θέλει στον οντά τα βράδια

~ ~ ~ ~

Μια φορά κι έναν καιρό ο Χρόνος
Μια φορά κι έναν καιρό δεν υπήρχε Ιστορία
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν μόνο Φλόγες
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν μόνο Θηρία

Της Φρίκης το ανατρίχιασμα
Δεν συνεργεί σ’ αιχμαλωσία
Φτερούγες όσες μυστηριακές
Κι αν άπλωσεν η «Πολιτεία»

Στροβιλίζει ένα Φως ξεγυμνωμένο
Όπως είμαι ανάσκελα ξαπλωμένη
Ρουφά την αναπνοή μου και τη βάζει στην τσέπη
Σφίγγω τη Γαλήνη πάνω στο Κομοδίνο
Βραχυκυκλώνει τα κεριά κάτω απ’ το στρώμα
Οι Φλέβες μου είναι καζάνια φθονερά
Τα κύτταρά μου σκελετωμένοι Δραπέτες
Η αδρανής Υπνηλία αρνείται
Αρνείται να υπογράψει
Αρνείται να υπογράψει τους Νόμους
Φορτώνει το φλασκί με το Νερό στους Ώμους
Και με ρυθμό συμπαντικό στη λεπίδα
Αυτό το τεράστιο «σωσίβιο»
Σου έφραξε την Όραση
Και Θάλασσα δεν είδες ποτέ

Μπήκε ο Έρωτας στου Τρομονόμου μια παράγραφο
Μπαίνουν οι στίχοι σε βαθειά Κατάνυξη
Θηλιές προς ναυτιλομένους και γιατροσόφια
Έχουν η Δύση κι η Ανατολή περίγραμμα διαφορετικό
Και παράλογες απαιτήσεις «ευεργεσίας»
Στου Χρονοντούλαπου τον πάτο

~ ~ ~ ~

Κυνηγώ
Κυνηγώ το Λυκόφως
Και το βλέπω να ξεθωριάζει

Το «Ιερό Καθήκον» την Άνοιξη ν’ αποκαταστήσεις
Συννεφολουρίδες για Οικία έχτισε ο Δερβίσης

Οι «Πολιτισμοί» και οι ιδρυτικές Αρχές τους
Με γυάλινα πατούν γοβάκια πάνω σε Λάβα
Κι ας λυώνουν τα τακούνια της Ανατροφής
Κι αρπάζει τα Ηνία η Επιβίωση
Ακατανόητα σκληρή
Ξυπόλητη σε τσιμενταρισμένη παλλιγγενεσία
Γυναίκα κακούργα που αφορμές γυρεύει για καυγά
Σε κάποιο εστιατόριο κάλυκες τραβούν στο ψαχνό
Έχουν αφομοιώσει ένα πλήθος «Ουσίες»
Τα Μύχια έγιναν «Προγονικά»
Πόσους Ύμνους εθνικούς ασπάστηκαν οι Αιώνες
Και πόσες ραδιουργίες για οργάνωση του «Λαού»
Μα τα εδάφη φεουδαρχικά ή κρατικά
Αποκορύφωμα κι Οβολός τους
Του προσκυνήματος μιαν ύστατη Στιγμή

Μ’ αρέσει να καπνίζω γυμνός
Καταφτάνει ένας Ξένος με τον Μίτο
Διάστικτος με την προβολή μου
Ένα ελαττήριο ταράζει την οροφή
Και βλέπω ολοκάθαρα πια τη Γλώσσα μου
Τη Γλώσσα μου να κρέμεται απ’ το χερούλι
Νιώθω την κατωλίσθηση στα σπλάγχνα

Πες το δυνατά
Πες το δυνατά

(Συνεχίζεται στην επόμενη σελίδα)

Pages: 1 2 3

Leave a Reply