Μια βαθιά συνομιλία
Της Ευαγγελίας Τυμλαλέξη
Με τον μεγάλο Δραματουργό
Jean Genet
Το Θέατρο για τον Genet
Οφείλει να είναι «cérémonie»
Μία τελετή καθάρσεως
Με τον δραματουργό σε θέση χρησμοδότη
Ενώ οι ηθοποιοί είναι οι μύστες
Και οι θεατές οι χρηστηριαζόμενοι…
Παραστάσεις
Θέατρο Παραμυθία
Παραμυθίας & Μυκάλης 28-30
Κεραμεικός
Αθήνα
Τηλέφωνα επικοινωνίας & κρατήσεων
211 401 3923
694 545 0034
Στο πλαίσιο του festival «Any Art»
Κυριακή 22 Νοέμβρη 2026
Κυριακή 29 Νοέμβρη 2026
Στις 19:00
Εκτός πλαισίου του festival
Σάββατο 5 Δεκέμβρη 2026
Κυριακή 6 Δεκέμβρη 2026
Σάββατο 12 Δεκέμβρη 2026
Κυριακή 13 Δεκέμβρη 2026
Στις 20:00
Πριν περίπου 20 χρόνια έπεσαν στα χέρια μου κάποιες κριτικές προσεγγίσεις για το θεατρικό κείμενο του Jean Genet, «Les Bonnes», το οποίο ακόμη δεν είχα διαβάσει. Παρ’ όλο που οι απόψεις συμφωνούσαν ότι η διάχυτη «mépris total», που εκλυόταν διακειμενικά, αφορούσε «notre théâtre occidental», διΐσταντο ως προς το γνωσιοκεντρικό μοντέλο του πυρήνα της θεματικής. Αρχίζοντας να διερευνώ γύρω από το συγκεκριμένο θεατρικό κείμενο, διαπίστωνα ότι οι αδερφές Papin μετετράπησαν, και μάλιστα ερήμην τους, σε «σημειολογική έννοια» με ρευστό και ταυτόχρονα πραξιακό χαρακτήρα για αρκετούς δραματουργούς, οι οποίοι προσπάθησαν ωστόσο να συμπυκνώσουν «symbols» αρχετυπικά «sauvages = άγρια» υπό το πρίσμα «κοινωνικών και πολιτισμικών συστημάτων». Οι αδερφές Papin αντιμετωπίζονταν από τη συντριπτική «Κριτική» ως:
-
«σιαμαίες ψυχές υποκείμενες σε σειρά ευνουχισμών», όπως τις χαρακτήρισε ο Lacan
-
«δυαδικό σύμπλεγμα ενικοτήτων υπό το κράτος παραληρήματος», όπως ως τέτοιο τις διερεύνησαν δεκάδες άλλοι μελετητές ψυχολογίστικης νοηματοδότησης
-
«ταξικοί εκπροσώποι» του «κακομεταχειριζόμενου προλεταριάτου», όπως αρέσκονται να τις χαρακτηρίζουν κομματικές ιδεοληψίες
Σε ποιο «κοινωνιολογικό ανάκλιντρο» τοποθετούνται εν τέλει οι αδερφές Papin;
Διαβάζοντας το θεατρικό κείμενο πια, στη γαλλική γλώσσα αρχικά, ένιωθα αφ’ ενός την «mépris total = ολική περιφρόνηση» του Genet να μην ονειδίζει αυτό καθαυτό το «δυτικού τύπου θέατρο», αφ’ ετέρου την ακατάσχετη τροποποίηση των «άγριων συμβόλων» της πραγματικής συνθήκης, στην οποία υποπίπτουν κριτικοί και δραμματουργοί, προσδίδοντάς τους μία «αλγεβρική χρήση», στερούμενη αυθεντικότητας. Πράγματι αυτή η «intelligence discursive», μια «συλλογιστική διάνοια» επιβιωτικών απλώς διαστάσεων, δύναται να ορίζει «τετελεσμένες αποσυνθέσεις» συσσωρεύοντας «κεντρομόλες κατηγοριοποιήσεις» αλλά υπεκφεύγοντας να συμπεριλάβει, ή δεν αντιλαμβάνεται, την αδιαμφισβήτητη Φυγόκεντρη Δράση της Υπάρξεως.
Συνεχίζοντας σε εμβάθυνση πια στο πραγματικό έγκλημα των αδερφών Papin κατανόησα ότι οι παρανοήσεις – διαστρεβλώσεις, που ανιχνεύονται συλλήβδην στις προσεγγίσεις των «Κριτικών», αφορμώνται κυρίως από την, ενδεχομένως εσκεμμένη, σύγχυση υπό την έννοια του «ritual» δύο διαφορετικών πραγμάτων.
Ενώ αποδέχονται τη θεατρική συνθήκη ως «τελετουργία», αρνούνται τα βασικά συστατικά της, το Θρησκεύειν δηλαδή και την Εθιμοτυπία, η οποία δεν μπορεί να υφίσταται παρά μόνο ως «ανόργανο & ιζηματικό κατάλοιπο του πρώτου».
Η κατάργηση του «ritual» ως ανθοφορία βιωμένων συμβάντων, που εκκινεί από τη νοηματοφόρα εμπειρία, ασχέτως αν το Κράτος σφετερίζεται τις αναγεννητικές της διαδικασίες τυποποιώντας τες σε σύνολο δογματικού καταστατικού, αποστραγγίζει την πράξη από τα κίνητρά της, αφού η αποκαλυψιακή Υποκριτική υποτάσσεται άρδην στην Τεχνική. Τοιουτοτρόπως ωστόσο αποκόπτεται το βίωμα από την αναπαράστασή του και η θεατρική πράξη καταλήγει ως μία διαχωρισμένη, συμβατική και παθητική σύντηξη απαιτήσεων, ένα «τεχνικό πέρασμα μέσα από διάφορες εφαρμογές» δηλαδή.
Αποφασίζοντας να αφήσω εντελώς στην άκρη τις διάφορες «κριτικές προσεγγίσεις» ως μία επιβαλλόμενη «βιομηχανική υποδομή λογοκρισίας» επί του Κοινού, στράφηκα στην άμεση και «δια ζώσης» συνομιλία:
- αφ’ ενός με τις ίδιες τις προσωπικότητες των Léa & Christine Papin\
- με τη λογοτεχνική απόδοση του συγκεκριμένου εγκλήματος από τον Jean Genet αφ’ ετέρου
Κατά την πρώτη διασκευή πάνω στο έργο του Genet, «Οι Δούλοι», το οποίο αποτυπώθηκε ως θεατρικό συμβάν στις αρχές του 2025, προσπάθησα να στήσω ένα υπερχρονικό – υπερτοπικό σκηνικό δύο όψεων, που ένωνε τις τραγικές αδερφές Papin του 1933 με τις υπερεκτάσεις τους, ως δύο σύγχρονα αδέρφια του 21ου αιώνα, μεγαλοστελέχη επιχειρήσεων.
Αν και παρεμβάλλεται μία εκατονταετία μεταξύ των δρώντων, στον πυρήνα τους αντανακλούν την ίδια σκλαβοποίηση στον εργασιακό πατερναλισμό. Ο «εκκοσμικευμένος ουμανισμός» φέρει ίδια λεκτικά μοτίβα και οργανωτικές μορφές, ενώ η «εξελικτική γραμμή», για την οποία επαίρεται η «Πρόοδος» των ημερών μας, εξαντλείται απλώς στα ορθολογικά «τιμαριωτικά» εργαστήριά της.
Οι Δούλοι των αρχών του 20ού αιώνα προεκτάθηκαν ως το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα διατηρώντας και προκρίνοντας ως βασικά χαρακτηριστικά τους την Πίστη στο καθήκον και την Αφοσίωση στα διαδικαστικά, εξορίζοντας ταυτοχρόνως, δια παντός μάλλον, την απείθαρχη «Φωνή της συνείδησης», εχέγγυο αναγνώρισης εγκληματικής χροιάς τόσο στο «καθήκον» όσο και στα «διαδικαστικά». Η Συνείδηση είναι η μόνη που εξεγείρεται, όταν κάποιος υποφέρει, ώστε είτε να παρακινηθούμε να τον βοηθήσουμε, είτε να αποφύγουμε να του προξενήσουμε επιπρόσθετο πόνο.
«Ταξινομήσαμε τις κοινωνίες σε δύο τύπους, ανάλογα με τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τους νεκρούς τους», αναφέρει ο Michel Foucault και συνεχίζει: «Διακρίναμε έτσι τις κοινωνίες καύσης και τις κοινωνίες ταφής. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε να ταξινομήσουμε τις κοινωνίες:
-
ανάλογα με την τύχη που επιφυλάσσουν όχι στους νεκρούς τους αλλά σ’ εκείνους τους ζωντανούς, από τους οποίους θέλουν να απαλλαγούν
-
ανάλογα με τον τρόπο που ελέγχουν εκείνους, οι οποίοι προσπαθούν να ξεφύγουν από την εξουσία
-
ανάλογα με τον τρόπο που αντιδρούν σ’ εκείνους οι οποίοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, υπερβαίνουν, διαρρηγνύουν ή παρακάμπτουν τους νόμους»
Ο Genet, βαθυστόχαστος παρατηρητής της Πραγματικότητας, προοικονομεί ήδη στο λογοτεχνικό του κείμενο απαντήσεις στον προβληματισμό του Foucault επιδιώκωντας να την αντανακλάσει. Ευφυώς όχι απλώς προβάλλοντας μηχανικά τα πραγματικά γεγονότα αλλά διαθλώντας την ανθρώπινη δραστηριότητα ως μετατονίσεις καταναγκασμού συγκεντρωμένη μέσα σε κλειστούς θεσμικούς χώρους, όπως αυτό της εργασίας,
Ο Δούλος δεν οικοδομείται:
-
ούτε ως «αγαθός», αυτός που διαπλάθει επιμόνως έθος = συνήθεια προς το Αγαθόν, κι επομένως έχει απελευθερωθεί από τον κίνδυνο να ακολουθεί το Φαινόμενο
-
ούτε ως «ακόλαστος», αυτός που δεν έχει αναπτύξει κανένα έθος προς το Αγαθόν. Παρασύρεται από το ψευδαισθησιακό Φαινόμενο, όχι τόσο προς εκπλήρωση του Μοχθηρού αλλά λόγω της απαιδευσίας του
Ο Genet παρουσιάζει τον Δούλο σχεδόν «ακρατή», επειδή οι αδερφές Papin έχουν μια τυπική εκπαίδευση Ηθικής, έστω θρησκευτικής, αλλά ο περιρρέων πλούτος στην οικία Lancelen τις καθιστά έρμαια λαγνείας.
Κατά τη διασκευή με την υπερχρονική επέκταση των χαρακτήρων προσπάθησα να μετατοπίσω λίγα ακόμη μέτρα την αντανάκλαση οικοδομώντας τον Δούλο του 21ου αιώνα ως αμιγώς «ακρατή», επειδή αναγνωρίζει το «Αγαθόν», αν και δεν έχει λάβει καλλιέργεια «ηθικού έθους», αλλά οι επιθυμίες του, συνυφασμένες με οικονομικά προνόμια, είναι τόσο ισχυρές, ώστε να χαράσσει αντίθετη ρότα.
Δια ακροθιγούς εξηγήσεως θα ισχυριζόταν κανείς ότι πρόκειται για «αντι-σωκρατική ακροβασία» επειδή «αν το Λογιστικό γνωρίζει το Αγαθό, είναι φυσικό επακόλουθο να το θέλει και το Επιθυμητικό». Αυτό συμβαίνει ωστόσο διότι ο Δούλος του σήμερα συγχέει την πανεπιστημιακή κατάρτιση με τη βαθιά καλλιέργεια, τουτέστιν τη γνώση «ηθικού έθους». «Το Επιθυμητικόν δεν ακολουθεί αυτόματα αυτό που το Λογιστικόν αναγνωρίζει ως Καλό αλλά χρειάζεται περαιτέρω προσπάθεια πειθούς» κατά τον Αριστοτέλη, κι εφ’ όσον δεν γνωρίζει αλλά απλώς αναγνωρίζει, παραμένει έρμαιο πάσης δωροδοκίας.
Ο Genet βέβαια δεν είναι ένας δραματουργός, ο οποίος σε «αφήνει» τόσο «εύκολα», αν μπορεί να θεωρηθεί «εύκολη» μια μελέτη τόσων χρόνων. Παρ’ όλα αυτά μετά το πέρας της θεατρικής διαδραμάτισης της πρώτης διασκευής, το κείμενο «Les Bonnes» αλλά και εν συνόλω το λογοτεχνικό έργο του Genet συνέχισε, και συνεχίζει ακόμη θα μπορούσα να καταθέσω, να τριβελίζει τη Σκέψη μου, με απόσταγμα της διαδικασίας μία 2η διασκευή ως συνέχεια πια του πραγματικού εγκλήματος και δόκιμο κρίνεται να τονιστεί σε αυτό το σημείο ότι το «Αγαθόν» δεν εντοπίζεται τόσο στη διάπραξη εγκλήματος αλλά στο δέλεαρ που τις οδηγεί, η λαγνεία για τα πλούσια ελέη.
Η μάζα των Δούλων αποκτά πάντα στους αιώνες ακρογωνιαίας σπουδαιότητας λειτουργία για τη Διακυβέρνηση. Ανάμεσα στη Διακυβέρνηση και την Ελευθερία στέκουν κυμματοθραυστικά πάντα οι Δούλοι με τον διαμεσολαβητικό ρόλο της αφοσίωσης, η οποία θεσμοποιείται ως «κανονιστική αξία». Κατ’ εφαπτομένη οι Δούλοι γίνονται ζωντανά σύμβολα του κύρους της Διακυβέρνησης εξυπηρετώντας την επίδειξη ισχύως της.
Φορώντας τα φουστάνια και τα κοσμήματα της Κυρίας, η Léa απέρριπτε την προέλευσή της και φαντασιωνόταν, έστω προσωρινά, ότι μεταπηδούσε από τη μάζα, όπου ως υποτελής δεν είχε πρόσβαση στο totem του Homo Economicus, ο οποίος έμπλεος προνομίων, παύει να ταυτίζεται με τη βρώμα, την αταξία και τη ντροπή, η οποία κατά τον Thomas Scheff εδράζεται στις «πρακτικές κοινωνικοποίησης».
Αποδρώντας για λίγο από τα σκοτεινά υπόγεια η Léa αντιστρατευόταν τη «σωματική έξη», στην οποία είχε εκπαιδευτεί, ως μια «σειρά ενσώματων προδιαθέσεων που φέρουν τα αποτελέσματα της εξουσίας και αναπαράγουν τις κοινωνικές διακρίσεις», όπως διατείνεται ο Pierre Bourdieu. Δεν «περιτύλιγε» απλώς την «κοινωνική κατηγορία» της προς διαφυγή της δυνάστευσης. Η μεταμφίεση την «ελευθέρωνε» από ένα ιδιότυπα «αποτρόπαιο κτήμα», αυτό της ακούσιας «ένταξης στην υποτέλεια».
Μία προσωπική «Κάθαρση» που ενείχε ταυτοχρόνως εχέγγυα απομείωσης οιουδήποτε «εγκλήματος». Με αυτόν τον τρόπο ωστόσο δεν χρειαζόταν να πολεμήσει για να αποτινάξει τη δουλοσύνη αλλά την αφομοίωνε ως προϋπόθεση απόκτησης κύρους.







