Η δεύτερη διασκευή-συνέχεια, την οποία τιτλοφορώ «Ant-Αλλαγή», πραγματεύεται τη ζωή της Léa πια ως έγκλειστη σε φυλακές καταναγκαστικών έργων, ενώ η Christine έχει πια «αυτοκτονήσει» λόγω ασιτίας και μαρασμού.
Η σύγκρουση για τη Léa πλέον είναι εσωτερική, επειδή από το ένα νεφέλωμα του μυαλού της στο άλλο ανακυκλίζεται:
-
η αγωνία της για βιοπορισμό. Η ποινή της έχει ήδη μειωθεί λόγω «καλής διαγωγής» και στο μεταίχμιο της εξασφάλισης του «Αύριο» αναδύεται στιβαρή η επιβιωτική ορμή του Είναι της ως «πεινασμένο Ζώο», έτοιμο ακόμη και προς αυτο-καταβρόχθιση. Για να βιοποριστεί, οφείλει υπόκλιση στις παγιωμένες υλικές σχέσεις, πάνω στις οποίες έχει διαμορφωθεί ένας κώδικας κριτηρίων & κανόνων που εγείρουν νυχθημερόν φοβίες.
Η εργασιακή πυραμίδα, τόσο ως κατασκευή όσο και ως διαχείριση-διεύθυνση, δομείται δολίως πάνω στο άνισο μοίρασμα εξουσίας με την εκδήλωσή του να εδράζεται στη διαμόρφωση κατανομής καθηκόντων και λειτουργιών. Ο ιεραρχικός διαχωρισμός δημιουργεί εξάρτηση του ενός δούλου από τον άλλον, ενώ στην ουσία καταγράφονται ως Δούλοι αμφότεροι ενός συστήματος παραγωγικών σχέσεων, που συντηρούν τον υδροκέφαλο μηχανισμό κοινωνικών ρόλων, μέσα από τους οποίους κατοχυρώνεται η υπόσταση του ανθρώπινου όντος ως «ενεργούμενο».
Στην «κλωνική Κοινωνία», όπως την κατονομάζει ο Baudrillard, όταν αναφέρει ότι «κάποτε το σώμα ήταν η μεταφορά της ψυχής, έπειτα έγινε η μεταφορά του σεξ, ενώ σήμερα δεν είναι πλέον η μεταφορά για τίποτε απολύτως, αφού μεταλλάχτηκε σε τόπο μηχανικής αλύσωσης όλων των διαδικασιών ενός προγραμματισμού με στόχο την ενσωμάτωση δικτύων και κυκλωμάτων», η υπερχρονική επέκταση της Léa, ο Claude, δύναται να υπερνικήσει κάθε αίτιο κατάλυσης της οικονομικής «ηθικοποίησης» ως προς τις δεξιότητες, την ταχύτητα, την απόδοση για να φτάσει στο ειθυμητό κέρδος.
-
η μνήμη της Christine. Οι συνθήκες «αυτοκτονίας» της αδερφής της σε ψυχιατρικό άσυλο έχουν σπείρει τριβόλους αμφιβολίας στα κατάβαθα του Νου της. Διανύοντας και η ίδια αρκετά χρόνια εγκλεισμού, έχει ξεκαθαρίσει ότι η Κοινωνία, προκειμένου να απαλλαγεί από «φορείς επίφοβης και εχθρικής δύναμης», διαθέτει σκληρά μέσα αλλά και τη βούληση εφαρμογής τους. Συνεπώς είτε «εξουδετερώνουν το επίφοβον», όπως και την ίδια παραφράζοντας την υποταγή σε «καλή διαγωγή», είτε «αποβάλουν εντελώς τον φορέα του επίφοβου», όπως την Christine. Η Κυρία μετουσιώθηκε σε Αρχιφύλακα & σε Γιατρό. Αν η Φυλακή είναι το «Αναβαπτιστήριον», όπου το «Σώμα» επανακατασκευάζεται ως «χρήσιμο», το Ψυχιατρείο σηματοδοτεί τον «θεσμικό Χώρο» εξόντωσης του «ανεπίδεκτου επανακατασκευής». Και τα δύο ιδρύματα λειτουργούν ως εστίες «συγκρότησης της Ορθολογικότητας», η οποία καθιερώνεται εντελώς αυταρχικά στο εσωτερικό της δομής τους, αφομοιώνεται δε έξω από την περίφραξή τους ως «επιστημονικός Λόγος». Εντός των Τειχών ο έγκλειστος συνιστά τον ειδικό «στόχο», πάνω στον οποίον διαρθρώνεται η «ορθολογική πληροφορία», η οποία δεν είναι παρά μετασχηματιζόμενη επιβολή.
«Αυτό που με όρους σχέσεων εξουσίας στο εσωτερικό του νοσοκομείου εμπίπτει στη σφαίρα της επιτήρησης, στον λόγο του γιατρού θα γίνει επιστημονική παρατήρηση. Διότι, αν μέσα στο νοσοκομείο ο γιατρός κατέχει μια θέση εξουσίας, έξω απ’ αυτό λειτουργεί ως κάτοχος και δικαιωματικός φορέας ενός επιστημονικού λόγου. Αυτό που ήταν ταξινόμηση ή οδηγία στο πλαίσιο μιας αυταρχικής σχέσης εξουσίας εντός του νοσοκομείου, θα μετασχηματιστεί σε νοσογραφία στη γλώσσα του γιατρού, σε διάγνωση ή πρόγνωση, ο οποίος, όταν βρεθεί έξω από το νοσοκομείο θα λειτουργήσει σαν υποκείμενο ενός επιστημονικού λόγου» όπως εύστοχα αναλύει ο Foucault
Η Léa είναι σίγουρη ότι η Christine πριν πεθάνει έγινε «Αντικείμενο» ενός «επιστημονικού λόγου» στο ίδιο Σύστημα «γενικής ορθολογικότητας», που καταστέλλει και την ίδια με ενέσεις Αλομπερντίνας, όταν εξεγείρεται ο Υπερβατικός Ρομαντισμός της.
-
η έλλειψη «δράσης & ανάδρασης». Προσδένονταν στο «tour de rôles» με την Christine εμφυσώντας την «κίνηση & μεταβολή» του Deleuze στην άθλια καθημερινότητά τους. Το ηρακλείτιο «Η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί» αποδεικνυόταν πλήρως αφού «σε κάθε απο-κάλυψη και συν-κάλυψη, σε κάθε λήθη και α-λήθεια» δεν ενδιαφέρονταν για την «αφετηρία των μεταπλάσεων-μεταβολών» αλλά για τη «δυναμική», την έξαψη δηλαδή που ένιωθαν, όπως αυτή καθοριζόταν από τη διαδικασία «δράσης – ανάδρασης». Μια ατελής διένεξη των «Simulacra», οι Εικονικότητες κατά τον Πλάτωνα, του διαιρεμένου της Ειδώλου, το αβάσταχτο άλγος του οποίου εγκαθιδρύει «περιοχές απόκτησης της σημασίας του Βίου». Η επαφή της με τα Πράγματα είναι βάναυσα μοναχική και η τακτική «εγκιβωτισμού νησίδων δράσης – ανάδρασης» δεν αφορμάται παρά από ψευδαισθησιακή εμπειρία ανάκτησης της «Βουλήσεως», με την οποία, ενώ πριν παρέμεναν «ενορχηστρωτές» με την Christine και όχι «υπάκουοι διεκπεραιωτές», τώρα η Μοναξιά επιβάλλει μία «ανταλλακτική αυτοθέσμιση», η οποία στερείται «Φαντασιακής διαστάσεως».
Η Léa στην ακριβή έπαυλη των Lancelen ήταν ένα «Σώμα», το οποίο εκτεινόταν από την υπακοή στη χρησιμότητα και η πειθαρχική μετάπλασή του καθοριζόταν από την «ιδιοτροπία» του αφέντη. Έγκλειστο και τιμωρημένο το «Σώμα» της πια έχει υποστεί αμετάκλητη δομική πειθάρχηση, ώστε να πυροδοτείται συνεχώς εντός της πανομοιότυπο «tour de rôles», το οποίο στερεώνει στην κάθε της κίνηση τον «τυραννικό δεσμό ανάμεσα σε μιαν αυξημένη επιδεξιότητα και σε μία μεγαλύτερη δυνάστευση». Στα μύχια του «ευάγωγου» πλέον Είναι στήνεται ένα ιδιότυπο γαϊτανάκι, κατά το οποίο «Αγαθόν» και «Μοχθηρόν» ξιφουλκούν ανηλεώς ως «τεχνολογικοί Κλώνοι» του ίδιου self-government, το οποίο αναγεννά τον φαύλο κύκλο πολύμορφων κυριαρχικών σχέσεων.
Για να αποκτήσει περιθώριο «δημιουργίας ενός κόσμου με απόδοση νοήματος και σημασίας σε αυτόν», όπως ανίχνευε ο Καστοριάδης, καλείται να «ανταλλάξει» ένα «Simulacra».
Η δολοφονία κάποιας έκφανσης του Είναι αποτελεί απαίτηση του αξιακού Κώδικα & του αξιολογικού συστήματος. Για να «ενταχθείς», θα απαρνηθείς Κάτι από Σένα κι αυτό «ηθικοποιείται» τόσο χυδαία, ώστε να παρουσιαζεται όχι ως ένα «opus super erogationis = διαδικασία εξαιρετικής πρoσnάθειας» αλλά ως «Κάτι που ευχαρίστως θα έκανες, αν ήθελες να διασφαλίσεις τη σωτηρία σου».
Η εσωτερίκευση κοινωνικών καταναγκασμών έχει δημιουργήσει μία «φορητή αιχμαλωσία», που ακολουθεί το Άτομο παντού ατροφώντας του τα ένστικτα. Το σύγχρονο ισοδύναμο της λύτρωσης είναι μια «ανέκφραστη πραότητα», επινοημένη από την ανελέητη γραφειοκρατία. Χωρίς καμία αναφορά στις Αισθήσεις, οι οποίες οφείλουν υποταγή στη «διαχείριση» ο ανθρωπάκος αναλώνεται:
-
στην «εύρεση Εαυτού»
-
στην «ψυχική του εξισορρόπηση»
-
στην «υγιεινή διατροφή»
-
• στη «yoga-θεραπεία»
Και διάφορα άλλα παρόμοια ευτράπελα «θεραπευτικής ευαισθησίας», δια μέσου της οποίας απλώς αποκηρύττει την εκστατική ειδή, με την οποία τον προίκισε ο Διόνυσος. Η συμμόρφωση γιγαντώνεται ως Σκιά της Léa για να σκοτώσει την ίδια στο όνομα της «ένταξης». Όλες οι όψεις της ζωής της αναδιαμορφώνονται ως «βίαιες μορφές εκτονωτικής αντίδρασης», περιδινούμενες σε ασαφές σχοινί «τρόμου & ευαλωτότητας».
«Η αρχαϊκή βία ήταν ενθουσιώδης και συνάμα θυσιαστική. Η υπερνεωτερικότητα παράγει τη βία – ομοίωμα. Είναι ο τρόμος που δεν αναδύεται από το πάθος αλλά από την οθόνη» αναφέρει ο Baudrillard.
Η Léa, και ο άνθρωπος γενικότερα, είναι πλέον ένα «πρακτικό σχήμα», του οποίου η κάθε Εικονικότητα «επιβάλλει την τάξη μέσα στη δράση της άλλης». Το Κράτος δηλαδή έχει «εξοπλίσει» με μηχανισμούς συμμόρφωσης τον πυρήνα πια της συμπεριφοράς ολόκληρων μαζών, τα μέλη των οποίων ωστόσο βαυκαλίζονται για «ατομική βούληση», η οποία εντελώς εκριζωμένη από την πάσης μορφής εκπαίδευση, ξανασερβίρεται ως «ατομική ευθύνη». Κατ’ εφαπτομένη «η ίδια η σκέψη του ανθρώπου γίνεται το κλουβί του», κατά μικρή παράφραση της Virginia Woolf.
Η κάθε Léa οφείλει να «συμπεριφέρεται σαν Πολιτικός που προσπαθεί να διατηρήσει ελκυστικά ηθικοποιημένο το profil για να μην χάσει τους πολλαπλούς ψηφοφόρους του».
Ο ανθρωπάκος πια δεν είναι Λόγος πυρηνικά αυτόνομος αλλά ένα «λογοκεντρικό στοιχείο» με δεκάδες ετεροκαθοριζόμενα «περικείμενα», που «δεν ξέρουν παρά να δίνουν απλώς μια τιμή στα πράγματα που ανακαλύπτουν ανάλογα με τη ζήτησή τους», κι επομένως αναπαράγονται «υπό μετασχηματισμένη και παραγνωρισμένη μορφή χωρίς ποτέ να είναι απολύτως αναγώγιμα στο Είναι τους».
Αν ο Οιδίποδας «είχε δεμένη τη μοίρα στα βήματά του, δεμένη με το έδαφος και τους δρόμους που ένωναν Θήβα & Κόρινθο», όπως εξηγεί ο Foucault, ο Genet έχει δεμένη τη μοίρα με την αναζήτηση της Α-Λήθειας. Το λογοτεχνικό του διακύβευμα δεν υποπίπτει στην «καλαισθητική αμορφωσιά» της φορμαλιστικής Δεξιάς ενώ ταυτοχρόνως απορρίπτει την «προδοτική μεμψιμοιρία του ψευδούς πλεονεκτήματος» της Αριστεράς. Η αμείλικτα διαυγής ματιά του αποδεικνύει περίτρανα ότι ο ανθρωπάκος «παρέχει την εντύπωση σημασίας, η οποία δεν μπορεί ποτέ να στηριχτεί σε πραγματική – ανεξάρτητη παρουσία», αφού «ο τελικός καθορισμός του» αναβάλλεται λόγω του απεριόριστου αριθμού «περικειμένων», όπως αναλύει ο Derrida.
Μπορεί να είναι «καλαίσθητη» η καταπίεση;;;
Υπάρχει «καλό» και «κακό» Κράτος;;;
Γιατί θαμπώνεται ο ανθρωπάκος από την Εξουσία;;;
Αφού είναι έξω από την Ουσία του…
Ο Βίος χωρίς Ελευθερία είναι ανυπόφορος
Γιατί ο Άνθρωπος, αφού το γνωρίζει, δεν σπάει τα δεσμά του;;;
Ή μήπως δεν το γνωρίζει…
Τα ερωτήματα διαχρονικά εις το διηνεκές
Κι αντί για απαντήσεις
Ο ανθρωπάκος ενσωματώνει πια το ανελέητο «tour de rôles» εξουσιαστή – εξουσιαζομένου
Γίνεται ο Εξουσιαστής μέσα του…
Η πολύχρονη μελέτη μου σχετικά με τις αδερφές Papin
Η διασκευαστική τόλμη ως αδιάρρηκτη ανάγκη μου συνομιλίας με τόσο διαυγείς εγκεφάλους, Genet & Kafka, σ’ έναν Κόσμο υπό κατάρρευση λόγω ποταπών διαστρεβλώσεων
Είναι μία «τελετή» με υπαρξιακό υπόστρωμα
Μία υπερπήδηση ψευδαισθήσεων μιας ακόμη παράτασης
Μία κατεύθυνση με γεωμετρική ακρίβεια στον «θάνατο» των «περικειμένων»
Μία σπουδή
Για μένα
Για τον Μουσικό
Για τον Εικαστικό
Και για τους ερμηνευτές…
«Σε έναν άνθρωπο που κρατάει σφυρί, τα πάντα μοιάζουν με καρφιά» άλλωστε, όπως είπε κάποτε ο Mark Twain…







