Η Εξουσία ενεδρεύει ακριβώς εκεί, όπου οι μάζες νιώθουν ένα minimum βούλησης προς υπακοή, επηρεασμένες από κάποιο συμφέρον, το οποίο συνιστά ακρογωνιαίο λίθο στο γενικό Πράττειν, το οποίο είναι «προπαρασκευασμένο αποκλειστικά για τη διεκπεραίωση των γενικών της επιταγών και των ειδικών της διαταγών».
Η «πρόοδος»:
-
επιτάσσει «απόρριψη του παππά» την ίδια στιγμή που πέφτει σαν ώριμο φρούτο στις δαγκάνες του Ψυχιάτρου
-
υπαγορεύει εκπαραθύρωση του «θρησκευτικού γάμου» αλλά ανοίγει διάπλατα τις πόρτες στο «Σύμφωνο Συμβίωσης»
-
αποδοκιμάζει την «πίστη» σε θρησκείες αλλά προωθεί την «ευλαβική υποταγή» στα θέσφατα της Επιστήμης
Στον αιώνα που διανύουμε το «Άγιο Δισκοπότηρο» που αξιώνει εις το διηνεκές την τυφλή υπακοή, δεν είναι μόνο στα χέρια των Θρησκειών, είναι πια και στα χέρια της Επιστήμης, γύρω από την οποία εξυφαίνεται ένα εγκωμιαστικό μαγνάδι «αξιοπιστίας ειδικού τύπου», γεγονός που την αναγάγει σε «σύγχρονη θρησκεία». Κάθε μορφή Εξουσίας επικαλείται την «αυθεντία» της επιστήμης για να ποδηγετήσει την όποια αντίδραση προκύψει καταστέλλοντας τοιουτοτρόπως προληπτικά και εν τη γεννέση τον ίδιο τον πυρήνα της Σκέψεως προς κριτική.
Ακόπως τεκμαίρεται ότι το Κράτος έχει ιδρύσει τις απαραίτητες δικλείδες ασφαλείας της ευρωστίας του προσφέροντας «εναλλακτικές» υποδούλωσης. Μετακυλίει το διακύβευμα στον τρόπο σκλαβοποίησης, ιεροκρατικά ή πολιτειακά, αλλά δεν πραγματεύεται στο ελάχιστο την ίδια την υποταγή, η οποία επιβάλλεται όπως και να ´χει.
Αυτός ο εμπαιγμός διπιστωνόταν και στις αυτοκρατορίες, η Εκκλησία «ξεσήκωνε» τον «Λαό» εναντίον του αυτοκράτορα, όταν θίγονταν τα προνόμια και οι αρμόδιότητές της, και όταν στο τραπέζει των διαπραγματεύσεων μοίραζαν εκ νέου την πίτα προνομίων μετά έπνιγαν τους θνητούς στο αίμα. Παρόμοια τακτική βλέπουμε τα τελευταία χρόνια με τη συνθήκη covid & καταστολή και την εκτενή ψηφιοποίηση, που επιχειρείται.
Πολιτεία & Εκκλησία εμφανίζονται συχνά ως κοσμοθεωρητικοί «διάδικοι» αλλά στην ουσία συγκρούονται για την ανάληψη – επιμέλεια του «δικαιώματος» ελέγχου επί των υπηκόων, ο οποίος αντιμετωπίζεται ως «εργαλείο δουλειάς», ως «ιδιοκτησία», που φέρει μία μεταπρατική «αξία». Μέχρι να συμφωνηθούν στις διαπραγματεύσεις τα «κεκτημένα» εκάστου, ο υπήκοος συντηρείται στη φορμόλη θωρώντας ανήμπορος και παρ’ όλο εν μέσω ακραίων φρικαλεοτήτων – βαναυσότητας – βεβήλωσης, τον ακρωτηριασμό του στη φασματική του διάθλαση.
Ο Αριστοτέλης διαχωρίζει την Τυραννία σε δύο διακριτά είδη:
-
στη μία περίπτωση ο τύραννος είναι absque titulo, αυτός που σφετερίζεται τους θώκους της Εξουσίας χωρίς να περιμένει διαδικαστικές αποφάσεις θεσμικών οργάνων
-
στην άλλη περίπτωση ο τύραννος είναι quoad exercitio, αυτός που παραβιάζει τον νόμο, αφού όμως πρώτα έχει εργαλειοποιήσει-χρησιμοποιήσει τους θεσμούς προς ανάρρηση στους θώκους
Παρ’ όλη την επίτευξη της διακρίσεως στο έργο του Αριστοτέλη επικρέμαται ο φιλοσοφικός προβληματισμός σχετικά με τις «πιθανές συνθήκες εκδίωξης του τυράννου», είτε στη μία εκδοχή είτε στην άλλη.
Μέχρι και τις περιόδους Φεουδαρχίας υπήρχε η δυνατότητα αναγνώρισης τουλάχιστον της τυραννικής συνθήκης. Με την είσοδο των μαζών στην πολιτειακή μορφή του κράτους ως διοικητική οντότητα, η καθημερινότητα του ανθρώπου θεσπίζεται πάνω σε σχέσεις εξουσίας με «ορθολογικά» κατά το δοκούν κίνητρα και συντηρείται στην καλλιεργημένη επί του ποιμνίου πίστη της «νομιμότητάς» της.
«Επιτρέπεται» η άσκηση κριτικής στο διοικητικό επιτελείο ως προς τις «παράνομες» ατασθαλίες του, αλλά η στόχευση της κριτικής στην ύπαρξη του Επιτελείου ως ιεραρχικός φορέας επιβολής και βιαιότητας θεωρείται ως επισφαλής κίνηση που οδηγεί σε «παρέκκλιση της Δημοκρατίας». Στην ουσία δεν επιτρέπεται η μετοχή στη νομή της ασκήσεως βιαιότητας.
Ο Κύριος Κ λογίζεται ως «Ξένος» από το Κράτος ακριβώς επειδή ακόμη τελεί υπό την ανθρώπινη κατάσταση, δεν έχει γίνει ακόμη κρίκος στη δομική αλύσωση της Εξουσίας, ώστε να του φαίνονται όλα τα εγκλήματα «οικεία», σε αντίθεση με τους εκπροσώπους του Επιτελείου, στη συμπεριφορά των οποίων έχει αφομοιωθεί πλήρως το «περιεχόμενο της διαταγής» ως «γραφειοκρατική Ηθική του Καθήκοντος». Κατ’ εφαπτομένη το πράττειν τους ορίζεται από την «αρχή της διαταγής» χωρίς την παραμικρή κριτική ικανότητα ως προς την «αξία» της διαταγής.
Ο Κύριος Κ είναι ασυγχώρητα έκπτωτος του βιοπολιτικού εγχειρήματος, κατά την εφαρμογή του οποίου τα σώματα αποτελούν κατ’ εξοχήν «αντικείμενα κρατικής διαχείρισης» εντασσόμενα υποχρεωτικά στην απρόσωπη λογική της υπολογισιμότητας και του εργαλειακού ορθολογισμού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το green pass στην περίοδο των καραντινών αλλά και γενικότερα το σκανάρισμα στο qr-code, με το οποίο το κράτος προχωρά σε πληθυσμιακή χαρτογράφηση μέσα από τη μαζική χρήση βιομετρικών τεχνολογιών.
Στο μυχό του ανθρώπου το Κράτος δεν εντέλλεται πια διάφορα mot d’ ordre ως συνθηματολογική πειθάρχηση, μεταλλάσσει τον ίδιο τον άνθρωπο σε pass-word = κωδικός πρόσβασης. Το ίδιο το DNA του ανθρώπου ψηφιοποιείται ως mot de passe, που σηματοδοτεί την αποδοχή ή την απόρριψη, τη διέλευση ή τον αποκλεισμό.
Διαμορφώνεται μια ιδιότυπη Τρομοκρατία ως μορφή οργάνωσης πια του τρόμου, η οποία συμπυκνώνει:
-
τη βιοεξουσία
-
την κατάσταση εξαίρεσης
-
την κατάσταση πολιορκίας
Όπως το Διεθνές Δίκαιο είναι ένα «Jus publicum», το οποίο αξιώνει τη νομική ισότητα των κρατών ως προς το «δικαιωμά» τους να κάνουν πόλεμο, να σκοτώνουν δηλαδή, στο εσωτερικό της η κάθε διοικητική οντότητα αποδίδει «ορθολογικό στόχο» στην πράξη θανάτωσης των υπηκόων «εκπολιτίζοντας» τους τρόπους θανάτωσης.







